Πώς νίκησα την ανορεξία

Έχετε ευχηθεί ποτέ να τρώγατε λιγότερο; Να μη σκεφτόσασταν το φαγητό; Να μπορούσατε να αναιρέσετε το μεταμεσονύκτιο ξέσπασμα μπροστά στην τηλεόραση; Να μπορούσατε να ελέγξετε τον εαυτό σας; Αν ναι, μοιάζουμε πολύ, εγώ κι εσείς. Ίσως να είμαστε όλες ανορεξικές. Γιατί η ανορεξία δεν είναι  η έλλειψη όρεξης. Είναι η επιθυμία μας να μην έχουμε όρεξη. Και βάζω στοίχημα, πως όλες μας έχουμε ευχηθεί να μην είχαμε τόση όρεξη! Όμως έχουμε μια σημαντική διαφορά. Εσείς (ίσως) έχετε όρια για το μέχρι που είστε διατεθειμένες να φτάσετε για να “ελέγξετε” τον εαυτό σας, για το πόσο μπορείτε να στερηθείτε το φαγητό και να πεινάσετε για να διατηρήσετε το βάρος σας. Έχετε όρια για το πόσο θα τιμωρήσετε τον εαυτό σας για την “κακή” διατροφική του συμπεριφορά. Θα μαζευτείτε κάπως την επόμενη μέρα ή θα κανονίσετε μια επιπλέον επίσκεψη στο γυμναστήριο. Ή, αν είστε πολύ τυχερές και πολύ έξυπνες, μπορεί απλώς να σκεφτείτε “δε βαριέσαι”.  Σε τελική ανάλυση έχετε κι άλλα πράγματα να ασχοληθείτε, δε μπορείτε να σκέφτεστε συνέχεια το φαγητό, τις θερμίδες και τα κιλά.
Ας συστηθώ. Με λένε Αναστασία και είμαι 25 ετών. Και στη ζωή μου δεν είχα όρια. Ή μάλλον, είχα, αλλά τα καταπάτησα χωρίς δισταγμό. Δεν είχα συναίσθηση της θνησιμότητάς μου. Είχα αυτή την τόσο χαρακτηριστική αλαζονεία των νιάτων που με έκανε να πιστεύω πως ό,τι και να κάνω στον εαυτό μου, πάντα θα με συγχωρεί. Δεν έβλεπα ποτέ, πέρα από το “τώρα”. Αυτό ίσως ακούγεται σπουδαίο, δυναμικό, αυθόρμητο. Ζω για το τώρα! Δεν ήταν ακριβώς έτσι. Δε ζούσα, απλώς επιβίωνα. Γιατί δεν είναι ζωή να πεινάς συνέχεια, να κρυώνεις διαρκώς από την αδυναμία και όποτε τολμάς να φας κάτι έξω από τα πλαίσια να τιμωρείς τον εαυτό σου αναγκάζοντάς τον να το βγάλει. Η μοναδική σου σκέψη να είναι το φαγητό ενώ είναι το τελευταίο που θες να σκέφτεσαι, να ξοδεύεις ώρες ανυπολόγιστες μετρώντας ξανά και ξανά τις θερμίδες που κατανάλωσες ή σκοπεύεις να καταναλώσεις, να τεμαχίζεις το φαγητό σου σε μικροσκοπικά κομμάτια για να παρατείνεις το “τελετουργικό” του γεύματος, να πίνεις κόκα κόλα διαίτης καπνίζοντας για να κόψεις την όρεξή σου, να ακούς συνεχώς μια “Φωνή” μες στο κεφάλι σου. Αυτή η Φωνή έχει για όλα απαράβατους κανόνες, απαγορευμένες και επιτρεπτές τροφές, σε υποχρεώνει να  ζυγίζεσαι τρεις φορές τη μέρα, σε υποχρεώνει να ξερνάς, να λες ψέματα για να κρύψεις ότι είσαι άρρωστη, σε δηλητηριάζει μέχρι τα μύχια της ψυχής σου. Είναι κόλαση όταν κάθε συνήθεια της ζωής σου να γίνεται κομμάτι αυτής της αρρώστιας. Όλα γίνονται ψυχαναγκασμοί,  μεταφράζονται σε καύση θερμίδων και έλεγχο της τροφής, οι περίπατοι, τα ψώνια, η γυμναστική, οι δουλειές του σπιτιού. Δεν απολαμβάνεις τίποτα, δε ζεις. Πονάς.

Όταν με ρωτούν “γιατί έπαθα ανορεξία και βουλιμία” απαντώ ότι η σωστή ερώτηση είναι “γιατί έπαθα κατάθλιψη”. Η ανορεξία και η βουλιμία ήταν το σύμπτωμα, όχι η ασθένεια. Επέλεξα τις διατροφικές διαταραχές για να εκφράσω και να βιώσω το στρες και την κατάθλιψη που με βασάνιζε. Το φαγητό ήταν το μέσο για να καταπολεμώ προσωρινά το στρες και έγινε γρήγορα εκτός από μηχανισμός αυτοπροστασίας, ο πιο ισχυρός μου εθισμός. Οι διατροφικές διαταραχές είναι μια μορφή εθισμού και κατάθλιψης, δε διαφέρουν σε τίποτα από τον αλκοολισμό ή τον εθισμό στα ναρκωτικά. Απλώς χρησιμοποιούν ένα διαφορετικό μέσο αυτοκαταστροφής- το φαγητό αντί για το αλκόολ, ή την ηρωίνη. Έχουν τον ίδιο σκοπό, το ίδιο αποτέλεσμα και πολύ συχνά, την ίδια αιτία ύπαρξης.
Αιτία:  Όλα ξεκίνησαν επειδή ποτέ δε μου άρεσε η ζωή μου, ο εαυτός μου. Δεν ήθελα να είμαι εγώ. Δεν είμαι εγώ, δεν είμαι εγώ! Στη ζωή μου συνέβαιναν απρόβλεπτα γεγονότα, τα οποία δεν μπορούσα να ελέγξω και αυτό με έκανε να νιώθω ανίσχυρη, μικροσκοπική. Δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω ούτε να κατευθύνω τη ζωή μου αλλά και τις ζωές των αγαπημένων μου εκεί που ήθελα εγώ. Αυτή η αίσθηση αδυναμίας, με ώθησε να αναζητήσω ένα μόνο κομματάκι της ζωής μου στο οποίο να είχα τον απόλυτο έλεγχο, για να νιώσω λίγο πιο ασφαλής. Και αν υπήρχε κάτι που να μπορούσα να ελέγξω απόλυτα, ήταν το σώμα μου. Μπορούσα να το πλάσω, να το αδυνατίσω, να το παχύνω, να το κάνω ό,τι θέλω. Και κατέληξα να το καταστρέφω.
Από μικρή έβλεπα στην τηλεόραση ταινίες και σειρές με ηρωίδες που οι ζωές τους φάνταζαν πολύ καλύτερες από τη δική μου. Ποτέ δε ζήλεψα τα μοντέλα, ζήλευα όμως τις γυναίκες που πρωταγωνιστούσαν στην τηλεόραση. Είχαν όλες happy end. Και όλες είχαν ένα κοινό- ήταν αδύνατες. Οπότε, στα 14 μου, έκανα υποσυνείδητα το συνειρμό ότι αν αδυνάτιζα όπως αυτές, ή και περισσότερο, θα ήμουν κι εγώ ευτυχισμένη, επιτυχημένη, αγαπητή. Ήθελα να είμαι λεπτή, όμως όχι για να είμαι λεπτή, αλλά γιατί το λεπτό σώμα αντιπροσώπευε κάτι για μένα: την τέλεια ζωή. Ξεκίνησα λοιπόν την πρώτη μου δίαιτα.

Σκοπός: η κάθαρση μέσα από τη στέρηση και την τιμωρία. Η αποσύνδεση με την πραγματικότητα. Το θόλωμα του νου, ή αποφυγή και η άρνηση αντιμετώπισης των καθημερινών προβλημάτων. Ήθελα να ξεχάσω τη μοναξιά μου, το άγχος, να ξεχάσω για λίγο ποια είμαι. Να βγω από τον εαυτό μου. Η “Φωνή” ήταν η συντροφιά μου, με έκανε να χάνω την αίσθηση του χρόνου, του πόνου, της στεναχώριας μου.
Αποτέλεσμα: Έφτασα 23 ετών για να συνειδητοποιήσω ότι όσο και να φάω ή να αδυνατίσω, τίποτα δεν αλλάζει. Το φαγητό είναι απλά φαγητό, δεν μπορεί να μου φέρει την αγάπη, την ευτυχία, την επιτυχία. Όσο και να το ελέγξω ή να υποκύψω σε αυτό, λεπτή ή παχιά, είμαι πάντα ο ίδιος άνθρωπος, ένα παιδί χωρισμένων γονιών, με ανασφάλειες, με ανικανοποίητες ανάγκες και ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Ο χρόνος δεν πάγωσε στα αλήθεια. Η ζωή κύλησε  χωρίς εμένα, τα προβλήματα δεν θάφτηκαν, απλώς στιβάχθηκαν το ένα πάνω στο άλλο και έχτισαν ένα τείχος που ορθώθηκε γύρω μου και με απέκοψε από τους άλλους ανθρώπους. Ήμουν στο περιθώριο, σε μια απομόνωση που έχτισα εγώ, στην οποία βυθιζόμουν όλο και περισσότερο. Αύξανα συνέχεια τη “δόση” μου, μήπως και πιάσει. Αδυνάτιζα κι άλλο, μέχρι που κόντεψα να εξαϋλωθώ. Και τότε κατάλαβα ότι είχα δυο εναλλακτικές: ή θα παρατούσα τον εθισμό μου και θα δοκίμαζα να ζήσω, ή θα πέθαινα.
ΕΠΙΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΗ ΖΩΗ
Ήμουν τυχερή. Πρόλαβα να διαλέξω.
Ζήτησα βοήθεια από ειδικούς, γιατί δεν εμπιστευόμουν πλέον τον εαυτό μου. Κάθε φορά που έκανα εμετό έλεγα πως θα είναι η τελευταία, αλλά ποτέ δεν ήταν. Με βοήθησε το γεγονός ότι μίλησα σε ένα γιατρό, με έβγαλε από την απομόνωση και τη μυστικοπάθειά μου και γρήγορα ζήτησα υποστήριξη και στο σύντροφό μου, την οικογένειά μου, τους φίλους μου. Κι έτσι κατάφερα να στερήσω στη “Φωνή”, τον πιο ισχυρό της σύμμαχο- τη μυστικοπάθεια. Η αρρώστιά μου έχασε τη γοητεία της. Δεν ήταν πια κάτι δικό μου, είχαν εισβάλλει όλοι μέσα σε αυτό. Δεν την έλεγχα πια.
Ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο μου πριν ξεφύγω από τις διατροφικές διαταραχές. Ήταν πολύ ψυχοφθόρο, γιατί η βουλιμία και η ανορεξία είναι άσχημες. Κι εμείς οι γυναίκες θέλουμε πάντα να φαινόμαστε όμορφες. Το κοκκαλιάρικο σώμα, ο εμετός και ομορφιά δεν πάνε μαζί. Πριν από 3 χρόνια δεν πίστευα ότι θα πω ποτέ σε κανέναν το μυστικό μου. Πίστευα ότι αν το μάθαινε κανείς θα πέθαινα από ντροπή. Όμως δεν είναι ντροπή να έχεις ανορεξία ή βουλιμία. Είναι ντροπή και κρίμα να αφήνεις για πάντα μια “Φωνή” να σε καταδυναστεύει.
Ίσως τα θύματα της Φωνής να σκεφτούν ότι αφού εγώ εκτέθηκα σε όλο τον κόσμο, και μίλησα σε όλους για την αρρώστιά μου, τότε μπορούν κι εκείνες να μιλήσουν έστω σε έναν άνθρωπο, είτε είναι ειδικός, είτε αγαπημένο πρόσωπο.
Για να μπορέσουν, επιτέλους όπως εγώ, να ακούσουν μια άλλη Φωνή: τη δική τους.

 

Απάντηση